- Σὲ τί ἀποβλέπει.
- Απαίτηση τοῦ Συντάγματος ή διδασκαλία τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικής πίστεως.
- Ποιοί πολεμοῦν τὸ μάθημα.
- Αξία καὶ σπουδαιότητα τῶν Θρησκευτικών στὰ σχολεῖα.
Τετρασέλιδο '' Προς Το Λαό ''
Τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν ἀποβλέπει στὴ χριστιανικὴ διαπαιδαγώγης ση τῆς νέας γενιᾶς. Διδάσκει στοὺς νέους μας τὴν Ὀρθοδοξία καὶ τὴν Ὀρθοπραξία (δηλαδή, τί πρέπει νὰ πιστεύ σουν καὶ πῶς πρέπει νὰ ζοῦν ὡς Ὀρθόδοξοι χριστιανοί), τοὺς φέρνει σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας (ποὺ εἶναι οἱ πηγὲς τῆς πίστεώς μας), καθὼς καὶ μὲ τὴ λατρευτικὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας (γιὰ νὰ μπορέσουν νὰ γίνουν συνειδητοὶ μέτοχοι τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ). Τοὺς διδάσκει, ὰκόμα, τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας, γιὰ νὰ γνωρίσουν καλύτερα τοὺς κινδύνους ποὺ πέρασε ἡ πίστη μέσα στὴ διαδρομὴ τῶν αἰώνων, καὶ τὶς ἱερὲς ἐκεῖνες μορφὲς (τοὺς Ἁγίους), ποὺ ἔκαναν ζωή τους τὴν πίστη καὶ στάθηκαν ἀκλόνητοι μπροστὰ στὶς λαίλαπες τῶν αἱρέσεων καὶ τῶν διωγμῶν.
Οἱ νέοι μας, βαπτισμένοι σὲ νηπιακὴ ἡλικία, ἔχουν ἀνάγκη νὰ γνωρίσουν καλύτερα τὴν πίστη τους, στὴν ὁποία τοὺς ἐνέταξε ἡ οἰκογένειά τους καὶ ἡ Ἐκκλησία ὅταν ἦταν ἀκόμα πολὺ μικροί. Κι αὐτὸ δὲ γίνεται μόνο ἀπὸ τὴν οἰκογένεια καὶ τοὺς ἀναδόχους (καὶ στὴν περίπτωση, ἀκόμα ποὺ εἶναι κι οἱ δυὸ σὲ θέση νὰ τὸ κάνουν σωστὰ ἡ μόνο ἀπὸ τὰ Κατηχητικά σχολεῖα (ὅπου καὶ ὅταν ὑπάρχουν καὶ λειτουργούν), ἀλλὰ κυρίως ἀπὸ τὰ σχολεία τῆς Στοιχειώδους και Μέσης Εκπαιδεύσεως μὲ τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικών.
᾿Απαίτηση τοῦ Συντάγματος
Ἡ διδασκαλία τῆς ᾿Ορθόδοξης χριστιανικῆς πίστεώς μας στὴ νέα γενιά ἀποτελεῖ ἀπαίτηση τοῦ Συντάγματος τῆς χώρας καὶ ὑπαγορεύεται, ὄχι μόνο ἀπὸ τὴ θρησκευτικὴ ὁμοιογένεια τῶν Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι στη συντριπτική πλειονότητά τους εἶναι χριστιανοὶ ᾿Ορθόδοξοι, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἀρραγὴ ἑνότητα Εκκλησίας καὶ Ἔθνους. Ἡ ἑνότητα αὐτὴ ἄρχισε μὲ τὴ γραφὴ τοῦ Εὐαγγελίου στὴν ἑλληνική γλώσσα, μὲ τοὺς ᾿Απολογητὲς καὶ τοὺς πρώτους θεολόγους καὶ ἐκκλησιαστικούς συγγραφεῖς, κι ἀργότερα τοὺς Μεγάλους Έλληνες Πατέρες τῆς ᾿Ανατολῆς, καὶ σφυρηλατήθηκε κατὰ τὴ χιλιετή περίοδο τοῦ Βυζαντίου καὶ κυρίως κατὰ τὰ τετρακόσια χρόνια τῆς Τουρκοκρατίας.
Ἐκεῖνα τὰ μαῦρα καὶ φοβερὰ χρόνια, τὸ σκλαβωμένο Γένος μας βρῆκε στὴν Ἐκκλησία τὴ στοργικὴ τροφὸ καὶ Μητέρα του ποὺ τὸ διατήρησε στὴ ζωή, κάτω ἀπὸ τραγικές συνθῆκες, καὶ τὸ βοήθησε, μὲ τὴν ἐκπαίδευση ποὺ εἶχε τότε ἐξ ὁλοκλήρου στὰ χέρια της, νὰ ξαναβρεῖ τὸν ἑαυτό του καὶ τὴν ἐλευθερία του. Καὶ σήμερα τὸ Γένος μας ἔχει τὴν ἴδια ἀνάγκη, γιὰ νὰ διατηρήσει τὴν ἑλληνορθόδοξη ταυτότητὰ του, καὶ μάλιστα σὲ καιροὺς τόσο κατακλυσμιαίους σὰν τοὺς δικούς μας. Καὶ σ᾿ αὐτὸ τὸ σκοπὸ βοηθάει τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.
1) Οἱ Μασῶνοι Μὲ τὴν ὑπερφίαλη ἀξίωσή τους, ὅτι ἀποτελοῦν μιὰ ἐκλεκτικὴ «φιλοσοφικὴν ὁμάδα ἀνθρώπων, πέρα ἀπὸ ἐθνικὰ σύνορα καὶ πάνω " ἀπὸ ἐπὶ μέρους θρησκεῖες καὶ θεούς, κι ὅτι αὐτοὶ μόνο λατρεύουν τὸν ἀληθινὸ Θεό (ποὺ ὀνομάζουν Μέγα ᾿Αρχιτέκτονα τοῦ Σύμπαντος), ὑποβαθμίζουν τὴν ὀρθόδοξη χριστιανικὴ πίστη σὲ μιὰ ἐπὶ μέρους θρησκεία τοῦ κόσμου, καθὼς καὶ τὴ σημασία τοῦ Χριστοῦ μας σὲ μιὰ ἐπὶμέρους θεότητα. Ὅμως, κατὰ τὴν ὀρθόδο πίστη μας, ὁ Χριστὸς εἶναι ἡ μόνη ὁδὸς σωτηρίας» (Πράξ. δ΄, 12). «Θεμέλιον γὰρ ἄλλον οὐδεὶς δύναται θεῖναι παρὰ τὸν κείμενον, ὅς ἐστιν Ἰησοῦς Χριστὸς» (Α΄ Κορ. γ΄, 11).
2) Οἱ ποικιλώνυμες αίρέσεις (ὅπως: Χιλιασμός, τὰ Παιδιὰ τοῦ Θεοῦ κ.ἄ.) καὶ οἱ διάφορες συγκριτιστικές θρησκευτικὲς ὁμάδες ινδικῆς καί, γενικότερα, ἀνατολικής προελεύσεως (όπως: ὁ Ὑπερβατικός Διαλογισμὸς τοῦ Μαχαρίσι, ἡ κίνηση τοῦ Μαχαράτζι, ἡ Ενωτικὴ Ἐκκλησία τοῦ Κορεάτη Μοὺν κ.ἄ.), οἱ ὁποῖες, μὲ τὴ μορφὴ καλὰ ὀργανωμένων πολυεθνικῶν ἑταιρειῶν, και κρυπτόμενες πίσω ἀπὸ τὴ συνταγματική ἀπαίτηση γιὰ ἀνεξιθρησκεία, ἐπιχειροῦν ἀσύστολο προσηλυτισμὸ μὲ ἀπώτερο σκοπὸ τὴ διάβρωση τῆς θρησκευτικῆς ὁμοιογένειας τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ.
Ποιοί πολεμοῦν τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν.
Τὸ μάθημα τῶν Θρησκευτικῶν βάλλεται σήμερα ἀπὸ διαφόρους. Πρόκειται γιὰ τοὺς ἴδιους ἐχθροὺς τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως εἶναι:
3) Άτομα ὑλιστικών καθαρὰ ἀντιλήψεων. ποὺ θεωροῦν τὸν ἄνθρωπο μόνο ὡς «οίκονομια κὸν ον» (Homo oeconomicus), δηλαδὴ μόνο ὡς παραγωγὸ καὶ καταναλωτή οἰκονομικῶν ἀγαθῶν στὰ ὁποῖα δίνουν ἀπόλυτη ἀξία. Κι αὐτὰ τὰ ἄτομα προέρχονται τόσο ἀπὸ τὸ χῶρο ὅπου ὁ ἄνθρωπος κρίνεται ἀνάλογα μὲ τὴν οἰκονομική του ἐπιφάνεια καὶ ἡ καταναλωτική κοι νωνία φθάνει στὸ ἀπόγειο τῆς ἀναπτύξεώς της, ὅσο καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία όπου τὰ οἰκονομικὰ ἀγαθὰ ἀποτελοῦν ἐπίσης τὸν πρῶτο στόχο, ἡ δὲ ἐπιδίωξη τῆς οἰ κονομικῆς ἀνόδου συνοδεύεται μὲ τὴν και ταρράκωση τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας καὶ τὴν ἀπώλεια τῆς πνευματικής ἐλευθερίας.
"Όλοι αὐτοὶ εἶναι ἀντίθετοι πρὸς τὴν θρησκευτική διδασκαλία, γιατὶ αὐτὴ βοηθάει στὸ νὰ δημιουργηθοῦν ἄν- θρωποι ἐλεύθεροι, ποὺ θεωροῦν ὅτι τὰ οἱ- κονομικὰ ἀγαθὰ δὲν εἶναι οὔτε τὰ μόνα οὔτε τὰ πρῶτα σὲ σημασία καὶ ἀξία, ποὺ δὲν ὑποτάσσονται παθητικὰ στὰ οἰκονο- μικά κυκλώματα παραγωγῆς καὶ κατα- νάλωσης καὶ μποροῦν νὰ κρίνουν ὑπὸ τὸ πρίσμα τῆς αἰωνιότητας, μὲ κριτήρια αἰώνια κι ἀληθινά.
Μὲ τὴ δικαιολογία ὅτι ἐπιβάλλεται ὁ «ἐκσυγχρονισμός» τῆς παιδείας μας γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ «παράγει» κατάλληλα ἀνθρώπινα ἐξαρτήματα τῶν μηχανῶν, δηλαδὴ γιὰ νὰ μπορεῖ νὰ ἐπανδρώσει μὲ εἰδικευμένα στελέχη τὴν ἀναπτυσσόμενη οἰκονομία, δὲ διστάζουν τὰ ἄτομα αὐτὰ νὰ ξεσποῦν κατὰ τοῦ μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, ξεχνώντας πὼς πάνω ἀπ᾿ ὅλα σημασία ἔχει ὁ ἄνθρωπος, ἡ διάπλαση τοῦ ὁποίου σὲ ὁλοκληρωμένη προσωπικότητα δὲν πραγματώνεται μόνο μὲ τεχνολογικά μαθήματα, ἀλλὰ καὶ μὲ ἀνθρωπιστικά μαθήματα, ἀνάμεσα στὰ ὁ ποῖα ξεχωρίζει τὸ μάθημα τῶν Θρησκευ τικῶν, ποὺ συνδέει τὸν ἄνθρωπο μὲ τὴν πηγὴ τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τὸν κατευθύνει στὸν ὑψηλό του προορισμό.
Σκοτεινές δυνάμεις μὲ ἐθνικιστικά σχέδια, ποὺ ἀποβλέπουν σὲ ἕνα παγκόσμιο έπεκτατισμὸ καὶ ἡ Ὀρθόδοξη, Ἑλλάδα τοὺς στέκεται ἐμπόδιο σ᾿ αὐτό. Μὲ τὴν ἀντίληψη τοῦ «περιουσίου λαοῦ τοῦ Θεοῦ δὲν διστάζουν νὰ χρησιμοποιήσουν εἰαδήποτε μέθοδο ἢ μέσο γιὰ τὴν ἐπιτυχία τοῦ σκοποῦ τους.
Ἡ μεγάλη ἀξία καὶ σπουδαιότητα τοῦ μαθήματος τῶν θρησκευτικῶν
Στὴν προβληματικὴ ἐποχή μας ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀλλοτριωθεῖ, ἔχει ἀποξενωθεῖ ἀπὸ τὸν βαθύτερο ἑαυτό του καὶ τὸν πνευματικό προορισμό του. Νοιώθει ἔρημος, χαμένος, ὁλομόναχος ὅπου κι ἂν ζεῖ. Ἡ ζωή του εἶναι χωρὶς νόημα, ἀφοῦ ζεῖ χωρὶς πίστη στὸ Θεὸ καὶ στὴ μεταθανάτια ζωή. Οἱ ἐπίγειες ἡμέρες του, εἴτε τὶς περνᾶ μὲ στερήσεις, εἴτε μὲ τὴν ἀγωνία νὰ ξεφύγει ἀπὸ τὴ στέρηση, εἴτε μέσα στὴ χλιδὴ καὶ τὸν πλοῦτο, εἶναι τὸ ἴδιο ἀγωνιώδεις, γιατὶ τὸ φάσμα τοῦ θανάτου, ποὺ πάντοτε ἔρχεται, κάνει ἀνούσια καὶ δευτερεύοντα ὅλα τὰ ἄλλα.
Η περιφρόνηση τῆς πίστεως σὲ προσωπικὴ ἐπιβίωση μετὰ τὸν θάνατο κοντὰ στὸ Θεὸ Πατέρα ποὺ εἶναι ᾿Αγάπη, κάνει τὴν ὕπαρξή του μόνιμα ἀνήσυχη καὶ ἀγωνιώδη. Κι αὐτὴ τὴν ὑπαρξιακὴ ἀγωνία του δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κατασιγάσει οὔτε τὸ γεγονὸς ὅτι ὅλοι σήμερα ἔτσι φαίνεται πὼς ζοῦν καὶ σκέπτονται, οὔτε ὅτι αὐτὸς τώρα ἐνδεχομένως συνεργεί στὴν οἰκοδόμηση μιᾶς μελλοντικῆς ἰδανικῆς κοινωνίας, ἀφοῦ αὐτὸς πιὰ ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρχει κι ἀφοῦ καὶ γι' αὐτὴν θὰ εἶναι κλειστὸς ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ ἀνθρώπινη εὐτυχία θὰ ἐπιδιώκεται νὰ στηριχθεῖ ἀποκλειστικὰ καὶ μόνο στὴν ἀφθονία τῶν ὑλικῶν ἀγαθῶν γιὰ ὅλους.
᾿Ακόμα ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος νιώθει μοναξιά· εἶναι ἀποξενωμένος, ὄχι μόνο ἀπὸ τὸν ἑαυτό του καὶ τὸ Θεό, ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὸ συνάνθρωπο, ποὺ ἔπαψε πιὰ νὰ εἶναι, ἀδελφός του κι ἔγινε «λύκος», «κόλαση», ἐχθρὸς καὶ ἀντίπαλος. Καὶ δὲν ὑπάρχει, πραγματικά, χειρότερη κόλαση γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸ αἴσθημα ὅτι ζεῖ μόνιμα μέσα σὲ ἐχθρικὴ ἀτμόσφαιρα. Τὸ αἴσθημα, τότε, τῆς μεταφυσικῆς ἀγωνίας καὶ μοναξιᾶς συμπληρώνεται μὲ τὸ αἴσθημα τῆς κοινωνικῆς μοναξιᾶς καὶ ὁλοκληρώνει τὸν ἀσφυκτικὸ καὶ ἀποπνικτικὸ κλοιό τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς ποὺ ἔτσι μαραζώνει καὶ πεθαίνει.
Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ αὐτὴ τὴ θλιβερή κατάσταση βρίσκεται στὴν
ἀπελευθέρωση ἀπὸ τὰ στενόψυχα δεσμὰ τῶν ὑλικῶν συμφερόντων καὶ ὑπολογισμῶν, ποὺ δημιουργοῦν ἀντιθέσεις καὶ πολεμικὴ ἀτμόσφαιρα σὲ ἀτομικό, κοινωνικό, ἐθνικὸ καὶ παγκόσμιο ἐπίπεδο καὶ συσσωρεύουν τὰ νέφη τοῦ πολέμου μέσα μας καὶ γύρω μας, κοντά μας καὶ σὲ παγκόσμια κλίμακα...
Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νὰ μάθει νὰ ἀξιολογεῖ τὰ πράγματα τοῦ κόσμου τούτου στὶς πραγματικὲς (τὶς αἰώνιες) διαστάσεις τους, νὰ μὴ ἀπολυτοποιεῖ τὰ δευτερεύοντα καὶ ἀδιαφορεῖ γιὰ τὰ οὐσιώδη. Τότε, ἐνῶ θὰ ἀγωνίζεται μὲ ὅλο τὸ πάθος τῆς γεμάτης ἀπὸ ἀγάπη καρδιᾶς του γιὰ τὴ βελτίωση τῶν ὅρων τῆς ζωῆς τῶν συνανθρώπων του, ποὺ θὰ ἀγαπᾶ καὶ θὰ νιώθει ὡς «ἀδελφοὺς ἐν Χριστῷ», δὲ θὰ χάνει ἀπὸ μπροστα του τὴν οὐράνια πατρίδα, γιὰ τὴν ὁποία ἡ ζωή μας αὐτὴ θὰ πρέπει νὰ εἶναι ἁπλῶς μιὰ προπαρασκευὴ καὶ προετοιμασία. Τότε θὰ μπορεῖ κάθε πράξη καὶ ἐνέργεια δική του καὶ τῶν ἄλλων νὰ τὴν ἀξιολογεῖ σύμφωνα μὲ τὸ λόγο καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ τὰ παιδιὰ διδάσκονται στὸ μάθημα τῶν Θρησκευ τικῶν. Κι αὐτό, ἀκριβῶς, δείχνει τὴ μεγάλη ἀξία καὶ ἀναγκαιότητα τῆς διδασκαλίας τῆς χριστιανικῆς Ὀρθοδοξίας μας στὰ σχολεία.