ΟΜΙΛΙΑ 16η
«Θέλεις να ἰδῇς πραγματική μετάνοια; Ἄκουσε τή μετάνοια τοῦ Πέτρου μέ τήν τριπλῆ ἄρνησι. Ἔκλαψε πικρῶς, γι' αὐτό καί συγχωρήθηκε τό τόσο μεγάλο ἁμάρτημα, ἐπειδή μετενόησε μέ τόν τρόπο πού ἔπρεπε.
Μετενόησε καί ὁ Ἰούδας, ἀλλά ὄχι σωστά. Μετενόησε καί ὁ Ἡσαῦ, ἀλλά ἡ μετάνοια καί τά δάκρυά του ἦσαν δαιμονικά. Μετενόησε καί ὁ Δαυίδ καί μέ τά δάκρυά του ἔβρεχε τό στρώμα του τή νύχτα, σ' ὅλη του τή ζωή».
Καί μετά ἀπό αὐτά τά παραδείγματα, ἔρχεται στη συνέχεια να δώσῃ δείγματα ὀρθῆς μετανοίας καί γράφει: «Αὐτός πού μετανοεῖ δέν πρέπει να ὀργίζεται, οὔτε να ἐξαγριώνεται, ἀλλά νά συντρίβεται σάν ἔνοχος, σάν καταδικασμένος, σαν να ὀφείλῃ να σωθῇ μόνο ἀπό χάρη, σάν να φάνηκε ἀγνώμονας πρός τόν εὐεργέτη του, σαν αχάριστος, σάν ἄσημος, σάν ἄξιος πολλῶν τιμωριῶν. Ἐάν τα σκέφτεται αὐτά, δέν θά ὀργισθῇ, δέν θά ἀγανακτήσῃ ἀλλά θά πενθήσῃ, θα συντριβή, θα θρηνήσῃ, καί νύχτα καί ἡμέρα θά οδύρεται. Αύτός πού μετανοεῖ δέν πρέπει να ξεχνᾶ τήν ἁμαρτία του, ἀλλά να παρακαλῇ τόν Θεόν να ξεχάσῃ Ἐκεῖνος τήν ἁμαρτία, ὁ ἴδιος ὅμως ποτέ να μήν τήν ξεχνᾶ. Καί θά συμβῇ ἐμεῖς νά τήν θυμόμαστε καί ὁ Θεός να τήν λησμονήσῃ. Οἱ ἴδιοι (ἐμεῖς) να τιμωροῦμε τούς ἑαυτούς μας, ἐμεῖς νά τούς κατηγοροῦμε, καί ἔτσι θα ἐξιλεώσωμε τόν Δίκαιο καί Εὔσπλαχνο Κριτή. Αὐτή ἡ ἁμαρτία, πού ὁμολογεῖται μέ αὐτόν τόν τρόπο, μειώνεται καί συγχωρεῖται, ἐνῶ ὅταν δὲν ὁμολογεῖται, γίνεται χειρότερη».
Καί ὁ Χρυσόστομος συνεχίζει:
«Εάν στήν ἁμαρτία προστεθεῖ καί ἡ ἀδιαντροπιά, ἡ ἀγνωμοσύνη καί τό χειρότερο ή καύχησις, ποτέ δέν θά σταματήσῃ, θα ξαναπέσῃ στα ἴδια και χειρότερα σφάλματα, ἀφοῦ δέν ἔχει ἀντιληφθεῖ προηγουμένως ὅτι ἁμάρτησε».
Καί καταλήγει τήν παράγραφο αὐτοῦ τοῦ θέματος μέ τήν πατρική προτροπή: «Ἂς μήν τήν ἀρνούμεθα λοιπόν σᾶς παρακαλῶ, οὔτε νὰ εἴμεθα θρασεῖς και ἀδιάντροποι, γιά νά μή τιμωρηθοῦμε παρά τήν θέλησι μας».
.jpg)